Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demean
01
ταπεινώνω, υποβαθμίζω
to behave in a way that lowers the dignity or respect of oneself or others
Παραδείγματα
His habit of belittling his colleagues during meetings does nothing but demean him in the eyes of the entire team.
Η συνήθειά του να υποτιμά τους συναδέλφους του κατά τις συναντήσεις δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να τον υποβαθμίζει στα μάτια ολόκληρης της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
demeaning
demeanor
misdemean
demean



























