Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to delve
01
σκάβω, ανιχνεύω
to dig into the ground, turning, loosening, or removing soil
Intransitive: to delve into ground
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delve
γ΄ ενικό πρόσωπο
delves
ενεστώτα μετοχή
delving
απλός αόριστος
delved
παθητική μετοχή
delved
Παραδείγματα
He delved into the soil, searching for buried treasure.
Έσκαψε στο έδαφος, ψάχνοντας για θαμμένο θησαυρό.
02
ερευνώ, εξερευνώ
to search something to find or discover something
Intransitive: to delve into a source
Παραδείγματα
The archeologists recently delved into the excavation site to uncover ancient artifacts.
Οι αρχαιολόγοι πρόσφατα εξερεύνησαν τον τόπο ανασκαφής για να αποκαλύψουν αρχαία αντικείμενα.



























