delude
de
ντι
lude
ˈlud
λουντ
/dɪlˈuːd/

Ορισμός και σημασία του "delude"στα αγγλικά

to delude
01

εξαπατώ, παραπλανώ

to deceive someone into believing something that is not true, often by creating false hopes or illusions
Transitive: to delude sb
to delude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delude
γ΄ ενικό πρόσωπο
deludes
ενεστώτα μετοχή
deluding
απλός αόριστος
deluded
παθητική μετοχή
deluded
Παραδείγματα
The magician ’s tricks deluded the audience into thinking they had seen real magic.
Τα κόλπα του μάγου εξαπάτησαν το κοινό, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι είδαν αληθινή μαγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store