Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to delude
01
εξαπατώ, παραπλανώ
to deceive someone into believing something that is not true, often by creating false hopes or illusions
Transitive: to delude sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delude
γ΄ ενικό πρόσωπο
deludes
ενεστώτα μετοχή
deluding
απλός αόριστος
deluded
παθητική μετοχή
deluded
Παραδείγματα
The politician deluded voters with promises of unrealistic solutions to complex problems.
Ο πολιτικός εξαπάτησε τους ψηφοφόρους με υποσχέσεις μη ρεαλιστικών λύσεων σε πολύπλοκα προβλήματα.
Λεξικό Δέντρο
deluded
delude



























