Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to delude
01
εξαπατώ, παραπλανώ
to deceive someone into believing something that is not true, often by creating false hopes or illusions
Transitive: to delude sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delude
γ΄ ενικό πρόσωπο
deludes
ενεστώτα μετοχή
deluding
απλός αόριστος
deluded
παθητική μετοχή
deluded
Παραδείγματα
The magician ’s tricks deluded the audience into thinking they had seen real magic.
Τα κόλπα του μάγου εξαπάτησαν το κοινό, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι είδαν αληθινή μαγεία.
Λεξικό Δέντρο
deluded
delude



























