delightful
de
ντι
light
ˈlaɪt
λαιτ
ful
fʊl
φουλ
despitefulfrightfulspitefulrightful

Ορισμός και σημασία του "delightful"στα αγγλικά

delightful
01

γοητευτικός, ευχάριστος

very enjoyable or pleasant 
delightful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most delightful
συγκριτικός βαθμός
more delightful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, evaluation, emotion
Παραδείγματα
I found the book to be a delightful read. 

Βρήκα το βιβλίο ευχάριστο να διαβάσω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

delightfully
delightfulness
delightful
delight
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store