Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delightedly
01
με απόλαυση, χαρούμενα
in a way that shows great joy, pleasure, or satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They clapped delightedly at the magician's final trick.
Χειροκρότησαν με χαρά το τελευταίο τρικ του μάγου.
Λεξικό Δέντρο
delightedly
delighted
delight



























