Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delightedly
01
με απόλαυση, χαρούμενα
in a way that shows great joy, pleasure, or satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She smiled delightedly when she opened the gift.
Χαμογέλασε με απόλαυση όταν άνοιξε το δώρο.
Λεξικό Δέντρο
delightedly
delighted
delight



























