Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delegating
01
ανάθεση, η ανάθεση εργασιών
the act of assigning authority or tasks to subordinates to improve efficiency and decision-making
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Delegating is essential for effective management.
Ανάθεση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική διαχείριση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
delegating
delegate
legate



























