deist
deist
deɪɪst
ντειιστ
desistdelistdemist

Ορισμός και σημασία του "deist"στα αγγλικά

01

ντεϊστής, άτομο που πιστεύει ότι ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν και στη συνέχεια το εγκατέλειψε

a person who believes that God created the universe and then abandoned it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deists
01

ντεϊστικός, σχετικός με τον ντεϊσμό

pertaining to the belief in a supreme being who created the universe but does not intervene in human affairs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
philosophy, religion, belief
Παραδείγματα
The deist philosophy emphasizes the existence of a creator deity who established natural laws governing the universe. 

Η ντεϊστική φιλοσοφία τονίζει την ύπαρξη μιας δημιουργικής θεότητας που καθόρισε τους φυσικούς νόμους που διέπουν το σύμπαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deistic
deist
deism
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store