Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to degrease
01
απολιπώνω, αφαιρώ λίπος
to remove grease or fat from a surface using a cleaning agent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
degrease
γ΄ ενικό πρόσωπο
degreases
ενεστώτα μετοχή
degreasing
απλός αόριστος
degreased
παθητική μετοχή
degreased
Παραδείγματα
Before painting the surface, it's essential to degrease it thoroughly to ensure proper adhesion of the paint.
Πριν από τη βαφή της επιφάνειας, είναι απαραίτητο να την απολιπώσετε διεξοδικά για να εξασφαλίσετε τη σωστή προσκόλληση της βαφής.
Λεξικό Δέντρο
degrease
grease



























