degeneracy
Pronunciation
/dɪˈdʒɛnɝəsi/

Ορισμός και σημασία του "degeneracy"στα αγγλικά

01

εκφυλισμός, παρακμή

the decline of moral principles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The moral degeneracy of society was evident in the widespread corruption and disregard for ethical principles.
Η ηθική εκφυλισμός της κοινωνίας ήταν εμφανής στην ευρεία διαφθορά και στην αδιαφορία για τις ηθικές αρχές.
02

εκφυλισμός, παρακμή

the state of being degenerate in mental or moral qualities

Λεξικό Δέντρο

degeneracy
degener
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store