degage
de
ˌdeɪ
ντει
ga
ga
γκα
ge
ˈgeɪ
γκει
/dɪɡˈɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "degage"στα αγγλικά

01

ελεύθερος, χαλαρός

free and relaxed in manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dégagé
συγκριτικός βαθμός
more dégagé
διαβαθμίσιμο
02

αποστασιοποιημένος, αδιάφορος

showing lack of emotional involvement
degage
de
ˌdeɪ
ντει
ga
ga
γκα
ge
ˈgeɪ
γκει
/dˌeɪɡɐɡˈeɪ/
dégagé
01

ντεγκαρζέ

a movement where the working leg is lifted off the floor, typically with a pointed foot and a sense of ease and freedom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
degagés
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store