defining
de
di
fi
ˈfaɪ
fai
ning
nɪng
ning
decliningdefusing

Ορισμός και σημασία του "defining"στα αγγλικά

01

οριστικός, καθοριστικός

(grammar) referring to a type of relative clause that provides essential information about the noun or pronoun it modifies 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The defining adjective red in "the red car" specifies which car is being talked about. 

Το οριστικό επίθετο κόκκινο στο "κόκκινο αυτοκίνητο" καθορίζει για ποιο αυτοκίνητο μιλάμε.

02

καθοριστικός, κρίσιμος

having a distinctive or crucial role 
Παραδείγματα
The defining moment of her career was when she won the prestigious award. 

Η καθοριστική στιγμή της καριέρας της ήταν όταν κέρδισε το βραβείο υψηλής αξίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store