Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defining
01
οριστικός, καθοριστικός
(grammar) referring to a type of relative clause that provides essential information about the noun or pronoun it modifies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The defining adjective red in "the red car" specifies which car is being talked about.
Το οριστικό επίθετο κόκκινο στο "κόκκινο αυτοκίνητο" καθορίζει για ποιο αυτοκίνητο μιλάμε.
Λεξικό Δέντρο
defining
define



























