defiant
Pronunciation
/dɪˈfaɪənt/

Ορισμός και σημασία του "defiant"στα αγγλικά

01

απείθαρχος, προκλητικός

willing to disobey someone or something in authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defiant
συγκριτικός βαθμός
more defiant
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

defiantly
defiant
defy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store