defiant
de
di
fiant
ˈfaɪənt
faient
deviant

Ορισμός και σημασία του "defiant"στα αγγλικά

01

απείθαρχος, προκλητικός

willing to disobey someone or something in authority 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defiant
συγκριτικός βαθμός
more defiant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, attitude, social

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

defiantly
defiant
defy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store