Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defenseless
01
χωρίς άμυνα, απροστάτευτα
without defense
γραμματικές πληροφορίες
defenseless
01
απροστάτευτος, άοπλος
lacking weapons for self-defense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defenseless
συγκριτικός βαθμός
more defenseless
διαβαθμίσιμο
02
άμυνα, απροστάτευτος
having no protecting or concealing cover
03
άμυαλος, απροστάτευτος
being without protection or means of defending oneself from harm or attack
Παραδείγματα
The storm left many homes defenseless, exposing them to the elements.
Η καταιγίδα άφησε πολλά σπίτια απροστάτευτα, εκθέτοντάς τα στα στοιχεία.



























