to deface
Pronunciation
/dɪˈfeɪs/

Ορισμός και σημασία του "deface"στα αγγλικά

to deface
01

αποσχηματίζω, βλάπτω

to ruin or damage something's appearance, particularly by writing or sketching on it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deface
γ΄ ενικό πρόσωπο
defaces
ενεστώτα μετοχή
defacing
απλός αόριστος
defaced
παθητική μετοχή
defaced
Παραδείγματα
The group was defacing the park benches when the police arrived.
Η ομάδα κατέστρεφε τις πάγκους του πάρκου όταν έφτασε η αστυνομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store