Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deface
01
αποσχηματίζω, βλάπτω
to ruin or damage something's appearance, particularly by writing or sketching on it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deface
γ΄ ενικό πρόσωπο
defaces
ενεστώτα μετοχή
defacing
απλός αόριστος
defaced
παθητική μετοχή
defaced
Παραδείγματα
The group was defacing the park benches when the police arrived.
Η ομάδα κατέστρεφε τις πάγκους του πάρκου όταν έφτασε η αστυνομία.
Λεξικό Δέντρο
defacement
deface
face



























