Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deep-fry
01
τηγανίζω σε βαθύ λάδι, βαθιά τηγανίζω
to cook food by holding it under oil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deep-fry
γ΄ ενικό πρόσωπο
deep-fries
ενεστώτα μετοχή
deep-frying
απλός αόριστος
deep-fried
παθητική μετοχή
deep-fried
Παραδείγματα
He decided to deep-fry the chicken wings for a crispy texture and golden-brown color.
Αποφάσισε να τηγανίσει τις φτερούγες κοτόπουλου για μια τραγανή υφή και ένα χρυσό-καφέ χρώμα.



























