to deem
deem
dim
dim
reamteemteamseam

Ορισμός και σημασία του "deem"στα αγγλικά

to deem
01

θεωρώ, εκτιμώ

to consider in a particular manner 
Complex Transitive: to deem sb/sth [adj] | to deem sb/sth sth
to deem definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
deem
γ΄ ενικό πρόσωπο
deems
ενεστώτα μετοχή
deeming
απλός αόριστος
deemed
παθητική μετοχή
deemed
Παραδείγματα
The committee deemed the proposal worthy of further consideration. 

Η επιτροπή θεώρησε την πρόταση άξια περαιτέρω εξέτασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store