Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deem
01
θεωρώ, εκτιμώ
to consider in a particular manner
Complex Transitive: to deem sb/sth [adj] | to deem sb/sth sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
deem
γ΄ ενικό πρόσωπο
deems
ενεστώτα μετοχή
deeming
απλός αόριστος
deemed
παθητική μετοχή
deemed
Παραδείγματα
The community deemed environmental preservation a top priority.
Η κοινότητα θεώρησε τη διατήρηση του περιβάλλοντος ως κορυφαία προτεραιότητα.



























