Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Decorum
01
ευπρέπεια, καλοπέραση
behavior that conforms to accepted standards of propriety, etiquette, or social conduct
Παραδείγματα
Public decorum was expected at all times during the royal visit.
Η δημόσια ευπρέπεια αναμενόταν ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της βασιλικής επίσκεψης.
02
ευπρέπεια, decorum
a quality of style or expression that suits the subject, occasion, or audience
Παραδείγματα
Critics praised the novel 's decorum in handling sensitive topics.
Οι κριτικοί επαίνεσαν την ευπρέπεια του μυθιστορήματος στην αντιμετώπιση ευαίσθητων θεμάτων.
Λεξικό Δέντρο
indecorum
decorum



























