decollete
de
ˌdeɪ
dei
colle
kɒl
kol
te
ˈteɪ
tei
decollate
décolleté

Ορισμός και σημασία του "decollete"στα αγγλικά

01

ντεκολτέ

(of a garment) having a low neckline that reveals the upper chest and part of the cleavage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decollete
συγκριτικός βαθμός
more decollete
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fashion, clothing, appearance
Παραδείγματα
She wore a decollete gown that highlighted her elegant neckline. 

Φορούσε ένα ντεκολτέ φόρεμα που έδειχνε την κομψή λαιμόκοψή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store