Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deceptive
01
παραπλανητικός, απατηλός
giving an impression that is misleading, false, or deceitful, often leading to misunderstanding or mistaken belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deceptive
συγκριτικός βαθμός
more deceptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The defendant's deceptive testimony tried to mislead the jury during the trial.
Η παραπλανητική κατάθεση του κατηγορουμένου προσπάθησε να παραπλανήσει την κριτική επιτροπή κατά τη διάρκεια της δίκης.
Λεξικό Δέντρο
deceptively
deceptiveness
deceptive
decept



























