to decentralize
de
di:
ντι
cent
ˈsɛnt
σεντ
ra
ρα
lize
laɪz
λαιζ
centralize
decentralise

Ορισμός και σημασία του "decentralize"στα αγγλικά

to decentralize
01

αποκεντρώνω, μεταφέρω την εξουσία λήψης αποφάσεων

to transfer decision-making or administrative power from a central authority to local or regional entities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decentralize
γ΄ ενικό πρόσωπο
decentralizes
ενεστώτα μετοχή
decentralizing
απλός αόριστος
decentralized
παθητική μετοχή
decentralized
Παραδείγματα
The company decided to decentralize its operations, allowing regional offices to make independent decisions tailored to local market conditions. 

Η εταιρεία αποφάσισε να αποκεντρωθεί τις λειτουργίες της, επιτρέποντας στα περιφερειακά γραφεία να λαμβάνουν ανεξάρτητες αποφάσεις προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες της αγοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

decentralize
centralize
central
centr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store