decease
de
di
cease
ˈsi:s
sis
decrease

Ορισμός και σημασία του "decease"στα αγγλικά

01

θάνατος, απεβίωση

the event of dying or passing away 
decease definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deceases
Παραδείγματα
The sudden decease of the author shocked the literary community. 

Ο ξαφνικός θάνατος του συγγραφέα σόκαρε τη λογοτεχνική κοινότητα.

to decease
01

αποβιώνω, πεθαίνω

to die and stop all physical functions needed for life 
to decease definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decease
γ΄ ενικό πρόσωπο
deceases
ενεστώτα μετοχή
deceasing
απλός αόριστος
deceased
παθητική μετοχή
deceased
Παραδείγματα
He was deeply loved and cherished until he deceased peacefully in his sleep. 

Ήταν βαθιά αγαπημένος και πολυτιμημένος μέχρι που απεβίωσε ήρεμα στον ύπνο του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store