decadence
de
di:
di
ca
keɪ
kei
dence
dəns
dēns

Ορισμός και σημασία του "decadence"στα αγγλικά

01

παρακμή

a decline in standards, especially in moral or mental qualities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The novel paints a vivid picture of decadence and moral decline in a once-thriving community. 

Το μυθιστόρημα ζωγραφίζει μια ζωντανή εικόνα της παρακμής και της ηθικής παρακμής σε μια κοινότητα που κάποτε άκμαζε.

Λεξικό Δέντρο

decadence
cadence
cad
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store