debris
deb
ˈdəb
νταμπ
ris
ri
ρι
/dˈɛbɹiː/

Ορισμός και σημασία του "debris"στα αγγλικά

01

συντρίμμια, ερείπια

the scattered pieces of waste, remains, or broken objects, often left after destruction or an accident
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The firefighters carefully moved the debris to prevent further collapse.
Οι πυροσβέστες μετακίνησαν προσεκτικά τα συντρίμμια για να αποφευχθεί περαιτέρω κατάρρευση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store