Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to debone
01
αποκόκκινα, αφαιρώ τα κόκκαλα
to remove the bones from meat or fish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debone
γ΄ ενικό πρόσωπο
debones
ενεστώτα μετοχή
deboning
απλός αόριστος
deboned
παθητική μετοχή
deboned
Παραδείγματα
The sushi chef expertly deboned the fish to prepare a delicate sashimi platter.
Ο σεφ σούσι έβγαλε επιδέξια τα κόκκαλα από το ψάρι για να ετοιμάσει ένα λεπτό πιάτο σασίμι.
Λεξικό Δέντρο
debone
bone



























