debility
de
di
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
futilityvirilitydocilitynobility

Ορισμός και σημασία του "debility"στα αγγλικά

01

αδυναμία, σωματική αδυναμία

physical weakness that is caused by a disease or aging 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After undergoing surgery, the patient experienced debility and had to undergo physical therapy to regain strength. 

Μετά από χειρουργική επέμβαση, ο ασθενής βίωσε αδυναμία και έπρεπε να υποβληθεί σε φυσικοθεραπεία για να ανακτήσει τη δύναμή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store