debilitative
Pronunciation
/dᵻbˈɪlᵻtˌeɪɾɪv/

Ορισμός και σημασία του "debilitative"στα αγγλικά

debilitative
01

αποδυναμωτικός, εξασθενίζων

causing a decrease in physical or mental strength
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debilitative
συγκριτικός βαθμός
more debilitative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The extreme heat had a debilitative impact on the athletes, affecting their performance in the marathon.
Η ακραία ζέστη είχε αποδυναμωτική επίδραση στους αθλητές, επηρεάζοντας την απόδοσή τους στον μαραθώνιο.

Λεξικό Δέντρο

debilitative
debilitate
ability
able
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store