Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Debauch
01
ακολασία, όργιο
a wild gathering involving excessive drinking and promiscuity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
debauches
to debauch
01
διαφθείρω, παρασύρω σε υπερβολικές ανηθικές ή παρακμιακές συμπεριφορές
to corrupt or indulge excessively in immoral or decadent behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debauch
γ΄ ενικό πρόσωπο
debauches
ενεστώτα μετοχή
debauching
απλός αόριστος
debauched
παθητική μετοχή
debauched
Παραδείγματα
He debauches his friends with nightly drinking and partying, leading them astray from their responsibilities.
Διαφθείρει τους φίλους του με νυχτερινά ποτά και πάρτι, οδηγώντας τους μακριά από τις ευθύνες τους.
Λεξικό Δέντρο
debauchery
debauch



























