debauch
de
di
bauch
ˈbɔ:ʧ
bawch
debouch

Ορισμός και σημασία του "debauch"στα αγγλικά

01

ακολασία, όργιο

a wild gathering involving excessive drinking and promiscuity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
debauches
to debauch
01

διαφθείρω, παρασύρω σε υπερβολικές ανηθικές ή παρακμιακές συμπεριφορές

to corrupt or indulge excessively in immoral or decadent behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
debauch
γ΄ ενικό πρόσωπο
debauches
ενεστώτα μετοχή
debauching
απλός αόριστος
debauched
παθητική μετοχή
debauched
Παραδείγματα
He debauches his friends with nightly drinking and partying, leading them astray from their responsibilities. 

Διαφθείρει τους φίλους του με νυχτερινά ποτά και πάρτι, οδηγώντας τους μακριά από τις ευθύνες τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

debauchery
debauch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store