Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dearth
01
έλλειψη, ανεπάρκεια
a lack of enough items, resources, or people to meet a need
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
There is a dearth of skilled teachers in rural areas.
Υπάρχει έλλειψη από квалифицированных учителей в сельских районах.



























