dearth
dearth
dɜ:θ
dēth
death

Ορισμός και σημασία του "dearth"στα αγγλικά

01

έλλειψη, ανεπάρκεια

a lack of enough items, resources, or people to meet a need 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
There is a dearth of skilled teachers in rural areas. 

Υπάρχει έλλειψη από квалифицированных учителей в сельских районах.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store