deadwood
dead
ˈdɛd
ded
wood
wʊd
vood
redwood

Ορισμός και σημασία του "deadwood"στα αγγλικά

01

βάρος, νεκρό βάρος

someone or something that is unwanted and unneeded 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deadwoods
02

νεκρό ξύλο, νεκρό κλαδί

a branch or a part of a tree that is dead 
03

νεκρό ξύλο, η συνολική αξία πόντων των αταίριαστων καρτών

the total point value of unmatched cards in certain card games, typically in Rummy-type games, that are not part of any melds or sets 

Λεξικό Δέντρο

deadwood

dead

+

wood

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store