Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deadwood
01
βάρος, νεκρό βάρος
someone or something that is unwanted and unneeded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
νεκρό ξύλο, νεκρό κλαδί
a branch or a part of a tree that is dead
03
νεκρό ξύλο, η συνολική αξία πόντων των αταίριαστων καρτών
the total point value of unmatched cards in certain card games, typically in Rummy-type games, that are not part of any melds or sets
Λεξικό Δέντρο
deadwood
dead
wood



























