deadlock
dead
ˈdɛd
ded
lock
lɒk
lok
deadstock

Ορισμός και σημασία του "deadlock"στα αγγλικά

01

αδιέξοδο, ακινητοποίηση

a situation in which the parties involved do not compromise and therefore are unable to reach an agreement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deadlocks
Παραδείγματα
The peace talks ended in a deadlock with neither side willing to budge on their demands. 

Οι ειρηνευτικές συνομιλίες κατέληξαν σε αδιέξοδο χωρίς καμία από τις δύο πλευρές να είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει στις απαιτήσεις της.

Λεξικό Δέντρο

deadlock

dead

+

lock

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store