Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dauntlessly
01
ατρόμητα, χωρίς φόβο
in a way that shows no fear or hesitation, even in difficult or dangerous situations
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She dauntlessly climbed the steep mountain.
Ανέβηκε ατρόμητα το απότομο βουνό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dauntlessly
dauntless
daunt



























