daughter-in-law
daugh
ˈdɔ:
daw
ter
tər
tēr
in
ɪn
in
law
lɔ:
law

Ορισμός και σημασία του "daughter-in-law"στα αγγλικά

Daughter-in-law
01

νύφη, κουνιάδα

the wife of one's daughter or son 
daughter-in-law definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
daughters-in-law
αρσενικό ενικό
son-in-law
θηλυκό ενικό
daughter-in-law
neutral form
child-in-law
Παραδείγματα
She has a close and loving relationship with her daughter-in-law, treating her like her own daughter. 

Έχει μια στενή και αγαπητική σχέση με την νύφη της, τη μεταχειρίζεται σαν τη δική της κόρη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store