daughter
daugh
ˈdɔ:
ντο
ter
τα
debtordoubter

Ορισμός και σημασία του "daughter"στα αγγλικά

01

κόρη, κορίτσι

a person's female child 
daughter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
daughters
αρσενικό ενικό
son
θηλυκό ενικό
daughter
neutral form
child
Παραδείγματα
Emily couldn't wait to meet her newborn daughter and hold her in her arms for the first time. 

Η Emily δεν μπορούσε να περιμένει να γνωρίσει τη νεογέννητη κόρη της και να την κρατήσει στην αγκαλιά της για πρώτη φορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store