damaging
da
ˈdæ
ma
mi
ging
ʤɪng
jing

Ορισμός και σημασία του "damaging"στα αγγλικά

01

βλαβερός, καταστροφικός

causing harm or negative effects 
damaging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damaging
συγκριτικός βαθμός
more damaging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her damaging comments hurt the feelings of those around her. 

Τα βλαβερά σχόλιά της πλήγωσαν τα συναισθήματα των γύρω της.

02

βλαβερός, δυσφημιστικός

designed or tending to discredit, especially without positive or helpful suggestions 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store