Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
damaging
01
βλαβερός, καταστροφικός
causing harm or negative effects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damaging
συγκριτικός βαθμός
more damaging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The damaging effects of pollution on the environment are evident in the decline of biodiversity.
Οι βλαβερές επιπτώσεις της ρύπανσης στο περιβάλλον είναι εμφανείς στη μείωση της βιοποικιλότητας.
02
βλαβερός, δυσφημιστικός
designed or tending to discredit, especially without positive or helpful suggestions
Λεξικό Δέντρο
damaging
damage



























