damaging
Pronunciation
/ˈdæmɪdʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "damaging"στα αγγλικά

01

βλαβερός, καταστροφικός

causing harm or negative effects
damaging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most damaging
συγκριτικός βαθμός
more damaging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The damaging effects of pollution on the environment are evident in the decline of biodiversity.
Οι βλαβερές επιπτώσεις της ρύπανσης στο περιβάλλον είναι εμφανείς στη μείωση της βιοποικιλότητας.
02

βλαβερός, δυσφημιστικός

designed or tending to discredit, especially without positive or helpful suggestions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store