dagger
da
ˈdæ
νται
gger
gɜr
γκερρ
/dˈæɡɐ/

Ορισμός και σημασία του "dagger"στα αγγλικά

01

στιλέτο, εγχειρίδιο

a short weapon with a pointed blade
dagger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daggers
Παραδείγματα
In ancient times, daggers were used for close combat and as tools for everyday tasks.
Στην αρχαιότητα, τα εγχειρίδια χρησιμοποιούνταν για μάχες σώμα με σώμα και ως εργαλεία για καθημερινές εργασίες.
02

σταυρός, σύμβολο υποσημείωσης

a typographical symbol (†) used to indicate a footnote, annotation, or cross-reference in printed text
Παραδείγματα
The scholar inserted daggers to clarify obscure references.
Ο λόγιος εισήγαγε στιλέτα για να διευκρινίσει ασαφείς αναφορές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store