Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cylindrical
01
κυλινδρικός, σε σχήμα κυλίνδρου
having a shape that consists of straight sides and circular bases which are parallel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cylindrical vase held a bouquet of fresh flowers, its tall shape providing stability.
Η κυλινδρική βάζο κρατούσε ένα μπουκέτο από φρέσκα λουλούδια, το ψηλό της σχήμα παρέχοντας σταθερότητα.



























