cymric
cym
ˈsɪm
σιμ
ric
rɪk
ρικ
/sˈɪmɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "Cymric"στα αγγλικά

01

η Κιμρική γλώσσα, η Κελτική γλώσσα της Ουαλίας

a Celtic language of Wales
Cymric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

Cymric, μια οικιακή ράτσα γάτας που προέρχεται από το Νησί του Μαν και είναι μια ημιμακρύτριχη ποικιλία της γάτας Manx

a domestic breed of cat originated in Isle of Man that is a semi-long-haired variety of a Manx cat
Cymric definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store