Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cylinder
01
κύλινδρος, κυλινδρικό σχήμα
(geometry) a solid or hollow shape with two circular bases at each end and straight parallel sides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cylinders
Παραδείγματα
The glass on the table was in the shape of a tall, slender cylinder.
Το ποτήρι στο τραπέζι είχε το σχήμα ενός ψηλού, λεπτού κυλίνδρου.
02
κύλινδρος, θάλαμος εμβόλου
a chamber in an engine in which a piston moves
Παραδείγματα
The car's engine has four cylinders.
Ο κινητήρας του αυτοκινήτου έχει τέσσερις κύλινδρους.
03
κύλινδρος, φιάλη
a cylindrical container used for storing gases like oxygen or compressed air
Παραδείγματα
The diver carried an oxygen cylinder on his back.
Ο δύτης κουβαλούσε ένα κύλινδρο οξυγόνου στην πλάτη του.



























