Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Custodian
01
επιστάτης, καθαριστής
a person employed to clean, maintain, or care for a building
Dialect
American
Παραδείγματα
The stadium employs custodians to maintain the seating areas.
Το στάδιο απασχολεί φύλακες για τη συντήρηση των χώρων καθισμάτων.
02
φύλακας, κηδεμόνας
a person responsible for looking after, protecting, or managing something valuable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
custodians
Παραδείγματα
The government appointed custodians to manage the pension funds.
Η κυβέρνηση διόρισε κηδεμόνες για τη διαχείριση των συνταξιοδοτικών ταμείων.
Λεξικό Δέντρο
custodianship
custodian
custody



























