Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Custodian
01
επιστάτης, καθαριστής
a person employed to clean, maintain, or care for a building
Dialect
American
Παραδείγματα
The school custodian polished the floors every morning.
Ο επιστάτης του σχολείου γυάλιζε τα δάπεδα κάθε πρωί.
02
φύλακας, κηδεμόνας
a person responsible for looking after, protecting, or managing something valuable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
custodians
Παραδείγματα
The museum's custodian ensured the artifacts were secure.
Ο φύλακας του μουσείου διασφάλισε ότι τα αντικείμενα ήταν ασφαλή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
custodianship
custodian
custody



























