Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
custodial
01
φυλακισμένος, σωφρονιστικός
relating to or involving imprisonment
Παραδείγματα
He received a custodial sentence for the crime.
Έλαβε ποινή φυλάκισης για το έγκλημα.
02
κηδεμονικός, σχετικός με την κηδεμονία
having custody of someone or connected with the legal right to look after them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
custodial
custody



























