custodial
cus
ˈkʌs
kas
to
təʊ
tew
dial
diəl
diēl

Ορισμός και σημασία του "custodial"στα αγγλικά

01

φυλακισμένος, σωφρονιστικός

relating to or involving imprisonment 
custodial definition and meaning
Παραδείγματα
He received a custodial sentence for the crime. 

Έλαβε ποινή φυλάκισης για το έγκλημα.

02

κηδεμονικός, σχετικός με την κηδεμονία

having custody of someone or connected with the legal right to look after them 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, care, responsibility

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

custodial
custody
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store