Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to curtail
01
περιορίζω, μειώνω
to place limits or boundaries on something to reduce its scope or size
Transitive: to curtail scope or amount of something
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
curtail
γ΄ ενικό πρόσωπο
curtails
ενεστώτα μετοχή
curtailing
απλός αόριστος
curtailed
παθητική μετοχή
curtailed
Παραδείγματα
Rising costs have led many companies to curtail benefits and perks for employees in recent years.
Οι αυξανόμενοι κόστοι έχουν οδηγήσει πολλές εταιρείες να περικοψουν τα οφέλη και τα προνόμια για τους εργαζόμενους τα τελευταία χρόνια.
02
περικόπτω, συντομεύω
to end something sooner than planned
Transitive: to curtail an event or activity
επίσημο
Παραδείγματα
Heavy rain forced organizers to curtail the outdoor concert after only a few performances.
Οι βροχοπτώσεις ανάγκασαν τους διοργανωτές να περικόψουν το υπαίθριο κονσέρτο μετά από λίγες μόνο παραστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
curtailment
curtail



























