cursive
Pronunciation
/ˈkɜːrsɪv/

Ορισμός και σημασία του "cursive"στα αγγλικά

01

πλαγιογράφηση, συνεχόμενη γραφή

a style of handwriting in which the letters are joined together in a flowing manner, often written with continuous strokes and without lifting the pen or pencil from the paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cursives
01

πλαγιογραφημένος, συνδεδεμένος

characterized by letters that are joined in a flowing manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cursive
συγκριτικός βαθμός
more cursive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cursive text in the old manuscript took hours to decipher.
Το πλαγιογράμματο κείμενο στο παλιό χειρόγραφο πήρε ώρες για να αποκρυπτογραφηθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store