cursory
cur
ˈkɜ:
so
ry
ri
ri
nurseryanniversary

Ορισμός και σημασία του "cursory"στα αγγλικά

01

επιφανειακός, βιαστικός

performed quickly and superficially, with little attention to detail 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cursory
συγκριτικός βαθμός
more cursory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He gave the report a cursory glance before the meeting. 

Έριξε μια βιαστική ματιά στην έκθεση πριν από τη συνάντηση.

Λεξικό Δέντρο

cursorily
cursory
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store