Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cursory
01
επιφανειακός, βιαστικός
performed quickly and superficially, with little attention to detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cursory
συγκριτικός βαθμός
more cursory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The technician's cursory check failed to detect the malfunction.
Ο επιπόλαιος έλεγχος του τεχνικού απέτυχε να εντοπίσει τη δυσλειτουργία.
Λεξικό Δέντρο
cursorily
cursory



























