cursory
cur
ˈkɜr
κερρ
so
σερ
ry
ri
ρι
/kˈɜːsəɹˌi/

Ορισμός και σημασία του "cursory"στα αγγλικά

01

επιφανειακός, βιαστικός

performed quickly and superficially, with little attention to detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cursory
συγκριτικός βαθμός
more cursory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The technician's cursory check failed to detect the malfunction.
Ο επιπόλαιος έλεγχος του τεχνικού απέτυχε να εντοπίσει τη δυσλειτουργία.

Λεξικό Δέντρο

cursorily
cursory
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store