cursed
cursed
kɜ:st
kēst
curedcurledcussedcurved

Ορισμός και σημασία του "cursed"στα αγγλικά

01

καταραμένος, επικατάρατος

believed to be deserving of condemnation, often because of bringing problems or misfortune 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cursed
συγκριτικός βαθμός
more cursed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I can't stand that cursed smell coming from the dumpster. 

Δεν αντέχω αυτή την καταραμένη μυρωδιά που βγαίνει από τον κάδο απορριμμάτων.

02

καταραμένος, καταδικασμένος

in danger of the eternal punishment of Hell 

Λεξικό Δέντρο

cursedly
cursed
curse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store