Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cursed
01
καταραμένος, επικατάρατος
believed to be deserving of condemnation, often because of bringing problems or misfortune
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cursed
συγκριτικός βαθμός
more cursed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That cursed vending machine ate my money again!
Αυτό το καταραμένο μηχάνημα αυτόματης πώλησης έφαγε τα λεφτά μου πάλι!
02
καταραμένος, καταδικασμένος
in danger of the eternal punishment of Hell
Λεξικό Δέντρο
cursedly
cursed
curse



























