cursed
cursed
kɜrst
κερρστ
/kˈɜːsd/

Ορισμός και σημασία του "cursed"στα αγγλικά

01

καταραμένος, επικατάρατος

believed to be deserving of condemnation, often because of bringing problems or misfortune
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cursed
συγκριτικός βαθμός
more cursed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That cursed vending machine ate my money again!
Αυτό το καταραμένο μηχάνημα αυτόματης πώλησης έφαγε τα λεφτά μου πάλι!
02

καταραμένος, καταδικασμένος

in danger of the eternal punishment of Hell

Λεξικό Δέντρο

cursedly
cursed
curse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store