curmudgeonly
Pronunciation
/kɚˈmʌdʒənli/

Ορισμός και σημασία του "curmudgeonly"στα αγγλικά

curmudgeonly
01

γκρινιάρης, δύστροπος

irritable or bad-tempered, often in a stubborn way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most curmudgeonly
συγκριτικός βαθμός
more curmudgeonly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The curmudgeonly boss never smiled.
Ο γκρινιάρης αφεντικός δεν χαμογελούσε ποτέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store