Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curmudgeon
01
γκρινιάρης, δύστροπος
a bad-tempered person who is easily annoyed and angered, usually old in age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curmudgeons
Παραδείγματα
Everyone avoided the curmudgeon who lived next door due to his constant complaints.
Όλοι απέφευγαν τον γκρινιάρη που ζούσε δίπλα λόγω των συνεχών του παραπονιών.



























